Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

Ο Αλλος... ματιά τρυφερή, ευαίσθητη και αισιόδοξη

κείμενο της Στέλλας Πρωτονοταρίου από τη διάλεξη της στη προβολή της ταινίας στην εκδήλωση των εκδόσεων Μεταίχμιο στο Γαλλικό Ιντσιτούτο Την ευχαριστώ θερμά

"Η ταινία της Λουκίας Ρικάκη, με τρυφερό και ευαίσθητο τρόπο, καταγράφει ζητήματα που αντιμετωπίζουμε γενικότερα στην καθημερινότητα μας ζώντας σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία. Ειδικότερα στην ταινία αναδεικνύονται οι προκλήσεις που βιώνουμε στο σύγχρονο σχολείο.
Σε αυτές λοιπόν τις προκλήσεις θα επικεντρωθώ ως εκπαιδευτικός, μέσα από την ανάλογη εμπειρία μου σε σχολεία με μεγάλο αριθμό μεταναστών μαθητών και μαθητριών.
Η κοινωνία του χωριού Πατσίδερος μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε σε μικρογραφία αλλά καθαρά τις αλλαγές και πολλές φορές τις ανατροπές που συντελούνται όταν αλλάζουν τα δεδομένα στην υποτιθέμενη ομοιομορφία της ελληνικής κοινωνίας. Όταν δηλαδή οι άνθρωποι έρχονται κοντά σε διλήμματα επιλογών απέναντι σε εθνικά, θρησκευτικά, παιδαγωγικά και άλλα ζητήματα.
Η παρουσία των αλλοδαπών μαθητών στο χωριό φέρνει τους κατοίκους, το δάσκαλο, την τοπική εκκλησία αντιμέτωπους με μια σειρά από ζητήματα που αφορούν την λειτουργία και την εξέλιξη της τοπικής τους κοινωνίας.
Η ταινία παρουσιάζει εύστοχα την αλληλεξάρτηση των παραγόντων μεταξύ τους, δηλαδή του σχολείου, της τοπικής κοινωνίας και της τοπικής εξουσίας που στη συγκεκριμένη περίπτωση αντιπροσωπεύεται σε μεγάλο βαθμό από τον ιερέα και το δάσκαλο του χωριού.

Αντιφάσεις και συγκρούσεις χαρακτηρίζουν τη συνύπαρξη αυτών των παραγόντων.
Η αγάπη του δασκάλου για τους μαθητές του είναι εμφανής. Ενδιαφέρεται γι’ αυτούς, προσπαθεί να τους πλησιάσει, προχωρεί σε αναφορές στην πατρίδα, στην ιστορία και στην κουλτούρα των μεταναστών μαθητών. Χρησιμοποιεί ακόμη βιωματικές τεχνικές στο μάθημα του και αναπτύσσει ουσιαστικό διάλογο με τα παιδιά διαμορφώνοντας έτσι ευνοϊκότερες συνθήκες μάθησης. Αντιμετωπίζει θετικά τη διαφορετικότητα των παιδιών ανατρέποντας την λογική της αφομοίωσης, δηλώνοντας παράλληλα ξεκάθαρα στην κοινωνία του χωριού «δεν θέλω να τους κάνω Έλληνες». Δηλαδή ενδιαφέρεται για την ένταξη των μεταναστών μαθητών και μαθητριών του στο σχολείο και στην τοπική κοινωνία και όχι για την αφομοίωσή τους.
Προσπαθεί επίσης να αποκτήσει ουσιαστική επαφή με τις οικογένειες των παιδιών μπαίνοντας στο σπίτι τους. Κι ακόμη προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη γενικότερη φοβική στάση κάποιων κατοίκων του χωριού για τους μετανάστες και τη θέση του γονιού, ο οποίος τρομάζει όταν πηγαίνει στην Αθήνα και βλέπει μόνο ξένους, εξηγώντας του «ότι δεν φταίνε οι αλλοδαποί για όλα αυτά».
Όμως παρά το γεγονός ότι σέβεται την ταυτότητα και τη μητρική γλώσσα των παιδιών και τα βοηθά ώστε να αισθάνονται καλά, η μητρική γλώσσα δεν χρησιμοποιείται-αξιοποιείται στο σχολείο.
Φαίνεται βέβαια καθαρά ότι στόχος του είναι το καλό των μαθητών του. Γι’ αυτό προσπαθεί να βρει ισορροπίες, ώστε να μην δημιουργηθούν προβλήματα και να μην εκδηλωθούν ξενοφοβικές συμπεριφορές που θα δυσκολέψουν την ένταξη των παιδιών και των γονιών τους στη μικρή τοπική κοινωνία του χωριού (είναι χαρακτηριστικό πόσο προσεκτικά χειρίζεται το θέμα του σημαιοφόρου). Ο ιερέας του χωριού φροντίζει να έρθουν τα παιδιά στο σχολείο και να παρακολουθήσουν μαθήματα. Δεν πιέζει κανένα να βαπτιστεί και να αποδεχτεί τη θρησκεία. Διαβλέπει στο μέλλον ότι τα παιδιά αυτά θα είναι μέλη μια κοινωνίας με ισότιμους όρους, πιθανόν ασκώντας και επαγγέλματα με κοινωνικό γόητρο και κύρος.. Παρόλα αυτά δε δέχεται να κρατά ξένος μαθητής την ελληνική σημαία…

Οι κάτοικοι γίνονται σιγά σιγά φιλόξενοι με τους νέους συγκατοίκους τους. Αναπτύσσουν σχέση μέσω της καθημερινής επαφής μαζί τους και αρχίζουν να κάνουν παρέα. Όμως εκφράζεται η αγωνία για τους ξένους που μπορεί να είναι και επικίνδυνοι….. («…με τους Αλβανούς δεν έχουμε πρόβλημα, γιατί είναι μικρός ο χώρος, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, θα’ χουνε τιμωρία»).

Οι μετανάστες κάτοικοι του χωριού δηλώνουν έτοιμοι να αλλάξουν πολλά στοιχεία της κουλτούρας και του πολιτισμού τους. Έτσι, δηλώνοντας προτίμηση στη χώρα υποδοχής και διάθεση για μόνιμη εγκατάσταση, βαφτίζονται, συμμετέχουν στη θρησκευτική λατρεία, κάποιοι μιλάνε στο σπίτι μόνο ελληνικά …. ( «μη μιλάτε αλβανικά», λέει ένας πατέρας )
Δείχνουν δηλαδή με κάθε τρόπο τη διάθεση προσαρμογής- συμμόρφωσης τους και την ανάγκη να τους αποδεχτούν («…να είναι παιδί με καλό δάχτυλο. Να λένε ο ξένος είναι, αλλά είναι καλός», λέει ο πατέρας)
(«Για να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής και ένταξής τους πολλοί Αλβανοί βαφτίζονται», αναφέρει η αφηγήτρια) Νομίζω ότι για να κατανοήσουμε κάποιες από τις αντιφάσεις που παρατηρούνται, πρέπει να επισημάνουμε κάποια ιδιαίτερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη μικρή κοινωνία του χωριού. Υπάρχουν αξίες όπως η αλληλεγγύη, η φιλοξενία, η ανθρωπιά, απαραίτητες για να επιβιώσουν οι κάτοικοι ενός απομονωμένου ορεινού χωριού. Και παράλληλα, είναι έντονος ο πατριωτισμός μέσω της καλλιέργειας της εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας, στοιχείο το οποίο είναι συνυφασμένο με την ιστορία και τους αγώνες του κρητικού λαού.
Εμφανίζεται έτσι μια ιδιότυπη ενσωμάτωση, η οποία θέτει όρους για την ένταξη των μεταναστών γονέων και παιδιών στο ορεινό χωριό του Ηρακλείου. Η ενσωμάτωση αυτή θέτει για άλλη μια φορά γενικότερα σοβαρά ζητήματα σε σχέση με την ένταξη των παιδιών των μεταναστών στην ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Και νομίζω ότι οφείλουμε να επισημάνουμε κάποια σημεία που συνεχίζουν να είναι επίκαιρα όπως:
· η αλλαγή του ονόματος: ο ΕΡΒΙΝ γίνεται Γιώργος
· η σχέση με τη μητρική γλώσσα. Τα παιδιά «δεν θέλουν να μιλάνε τη γλώσσα μας» δηλώνει ο μετανάστης γονέας, «στο σχολείο μιλάμε ελληνικά», λέει ο δάσκαλος.
· η πρόθεση και η δήλωση των μεταναστών να βαφτιστούν «εμείς θέλαμε και μετά βρήκαμε τον παπά και βαπτιστήκαμε».
· Το ζήτημα του σημαιοφόρου. («δε διαπραγματεύομαι εγώ τη σημαία της πατρίδας μου, ούτε τη δική μου πατρίδα», δηλώνει ο ιερέας).
· Το πρόβλημα των μαθητικών διαρροών. Ο Γιώργος διακόπτει το σχολείο για να δουλέψει.
· Προβλήματα νομικού πλαισίου για την παραμονή των παιδιών και των οικογενειών τους στην Ελλάδα («…ζητάνε πολλά χαρτιά που εμείς δεν μπορούμε να τα μαζέψουμε»). Νομίζω ότι κάθε πολυπολιτισμική κοινωνία στο ξεκίνημα της είναι ένας μεγάλος Πατσίδερος. Και ζητήματα παρόμοια με αυτά που παρουσιάζονται στην ταινία, εμφανίζονται στα σχολεία μας που φοιτούν πολλά παιδιά μεταναστών.
Έτσι γεννιούνται σοβαρά ερωτήματα, στα οποία καλούμαστε να απαντήσουμε συνήθως ατομικά και χωρίς ουσιαστική υποστήριξη.
· Πώς ενσωματώνονται στη διδασκαλία και γενικότερα στην εκπαιδευτική διαδικασία στοιχεία της κουλτούρας και του πολιτισμού των μεταναστών μαθητών;
· Πώς αντιμετωπίζονται οι ξενοφοβικές αντιλήψεις γονιών, κατοίκων της γειτονιάς αλλά και εκπαιδευτικών;
· Πώς αντιμετωπίζεται στο σχολικό πλαίσιο το ζήτημα της μητρικής γλώσσας;
· Πώς επιτυγχάνεται η συνεργασία μεταξύ σχολείου και οικογένειας και μέσα από ποια διαδικασία θα εμπιστευτούν οι γονείς το σχολείο και θα αναπτύξουν σταθερή και ουσιαστική σχέση μαζί του;
· Πώς αντιμετωπίζονται ζητήματα θρησκευτικής συνείδησης;
· Οι γονείς που δεν γνωρίζουν ελληνικά πώς θα τα διδαχτούν μέσα στο σχολικό πλαίσιο, για να μπορούν να επικοινωνούν με τους εκπαιδευτικούς και να βοηθούν τα παιδιά τους;
· Τι γίνεται με το νομικό πλαίσιο για τους μετανάστες, με τα δικαιολογητικά των παιδιών, με την ανασφάλεια και το φόβο τους;
· Τι μέτρα παίρνουμε ώστε κανένα παιδί να μην εγκαταλείπει το σχολείο και να μην οδηγείται στον κοινωνικό αποκλεισμό; (8% μαθητικές διαρροές);
· Τι κάνουμε με την κατάργηση ή την υπολειτουργία των θεσμών διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας (Τ. Υ. και Φ.Τ.) (ο παπάς στο χωριό δημιούργησε μια άτυπη Τάξη Υποδοχής).
· Πώς αντιμετωπίζουμε την έλλειψη επιμόρφωσης των δασκάλων (θεωρητική γνώση και ανάλογη τεχνογνωσία) ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις νέες προκλήσεις στην εκπαίδευση;
Αυτές ακριβώς τις προκλήσεις και τα ερωτήματα αντιμετωπίσαμε μαζί με το δάσκαλο του Πατσιδέρου και πολλούς άλλους εκπαιδευτικούς και στο 132 Δημοτικό Σχολείο της Αθήνας. Και προσπαθήσαμε να δώσουμε απαντήσεις και λύσεις.
Η διαφορά όμως ήταν ότι στο 132 για εννέα χρόνια υπήρξε μια συνολική πολιτική του σχολείου. Υπήρξε μια συλλογικότητα. Δε νιώσαμε ποτέ μόνοι. Είμαστε στο «μαζί» (δάσκαλοι και διευθύντρια) με κοινό όραμα. Δουλέψαμε οργανωμένα, στηριχτήκαμε σε έρευνες, αποκτήσαμε θεωρητική γνώση και τεχνογνωσία, συνεργαστήκαμε με Πανεπιστήμια και άλλους φορείς και νομίζω ότι καταφέραμε, στο βαθμό που οι συνθήκες μας επέτρεπαν, να ανταποκριθούμε με αποτελεσματικότητα σε αυτές τις προκλήσεις.
Όμως η αντιμετώπιση των προκλήσεων δε μπορεί να είναι ατομική πρωτοβουλία ή προσπάθεια κάποιου σχολείου, δεν μπορεί δηλαδή η παιδεία να επαφίεται στον πατριωτισμό των δασκάλων.
Η αντιμετώπιση των προκλήσεων πρέπει να προκύψει οργανωμένα και φυσικά την ευθύνη έχει η ελληνική Πολιτεία, η οποία δυστυχώς αντιμετωπίζει τα θέματα σπασμωδικά ή προσπαθεί να τα αγνοεί.
Συχνά δηλαδή είναι απούσα ή και απέναντι. (η περίπτωση του 132 και η δίωξη του αυτό έδειξε).
Θέλω να πω τελειώνοντας ότι χαίρομαι για όλους τους εκπαιδευτικούς και το συνάδελφο δάσκαλο της ταινίας που, χωρίς υποστήριξη, με κόπο, χρόνο, αγωνία, ευαισθησία και ευθύνη προσπαθούν να σπάσουν τα στεγανά και να πολεμήσουν τις προκαταλήψεις βοηθώντας στην ένταξη όλων των μαθητών και μαθητριών τους.
Αληθινά τους ευχαριστώ…. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω τη Λουκία Ρικάκη, που επέλεξε ως θέμα της ταινίας της την εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών.
Δε την γνωρίζω προσωπικά. Όμως διαβάζοντας το βιογραφικό της είδα ότι η ίδια έχει ζήσει σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες κι έχει εργαστεί σε τομείς σχετικούς με την εκπαίδευση και τη μετανάστευση. Νομίζω όμως ότι καθοριστικό ρόλο σχετικά με την ταινία έπαιξε το γεγονός ότι η ίδια βίωσε ως παιδί με τραυματικό τρόπο τη μετανάστευση του πατέρα της και τη δική της στη Γερμανία. Γι’ αυτό και η ματιά της είναι τόσο τρυφερή, ευαίσθητη και αισιόδοξη…

Δεν υπάρχουν σχόλια: